Η Elizabeth (Helen Mirren), ο Ron (Pierce Brosnan), ο Ibrahim (Ben Kingsley) και η Joyce (Celia Imrie) είναι ηλικιωμένοι ένοικοι ενός οίκου ευγηρίας που, στον άφθονο ελεύθερο χρόνο τους, επιδίδονται στην εξιχνίαση εγκλημάτων. Απαραίτητη βοηθός τους είναι η αστυνόμος De Freitas (Naomi Ackie), η οποία τους παρέχει χρήσιμες πληροφορίες και στοιχεία. Όταν ο ιδιοκτήτης του οίκου ευγηρίας, ο οποίος ήθελε να τον μετατρέψει σε εμπορικό κέντρο, ανακαλύπτεται νεκρός, η τετράδα αναλαμβάνει να επιλύσει την υπόθεση. Το γεγονός ότι ύποπτος είναι ο γιος του Ron δίνει στους ήρωές μας επιπλέον κίνητρο να εντοπίσουν τον αληθινό ένοχο.
Το The Thursday Murder Club ήταν το πρώτο μιας σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων του συγγραφέα Richard Osman, τα οποία δανείζονται τα αφηγηματικά μοτίβα των βιβλίων της Agatha Christie, τα φέρνουν στη σύγχρονη εποχή και αντικαθιστούν τον Hercule Poirot και τη Miss Marple με μια παρέα γλυκύτατων και συγχρόνως πανέξυπνων ηλικιωμένων. Η μεγάλη απήχηση των βιβλίων του Osman τράβηξε αναπόφευκτα το ενδιαφέρον του Hollywood κι έτσι, πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου μυθιστορήματος της σειράς, το Netflix το μεταφέρει στην οθόνη, σε μια ταινία που φιλοδοξεί να εκκινήσει μια κινηματογραφική σειρά μέσα στα επόμενα χρόνια, σε συνεργασία με την Amblin του Steven Spielberg.
Μιλώντας για τον Spielberg, το εγχείρημα υπογράφει σκηνοθετικά ο Chris Columbus των δύο πρώτων Home Alone (1990-1992), του Mrs. Doubtfire (1993) και των δύο πρώτων Harry Potter (2001-2002), μεταξύ άλλων. Μαθητής του Spielberg από την αρχή της καριέρας του, όχι μείζων δημιουργός αλλά οπωσδήποτε ικανός στο να παραδίδει ταινίες για το ευρύ κοινό που συναρπάζουν με την αφήγησή τους, ο Columbus ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να αναλάβει ένα έργο που θέτει τον πήχη σε έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο: να αποτελέσει μια επιστροφή στο παλιό καλό whodunnit, χωρίς διάθεση ανανέωσης του είδους όπως, για παράδειγμα, τα πρόσφατα Knives Out του Rian Johnson (Knives Out, Glass Onion: A Knives Out Mystery).

Σε μεγάλο βαθμό, η ταινία πετυχαίνει αυτόν της το στόχο. Η υπόθεση είναι αρκούντως καθηλωτική, οι ύποπτοι εναλλάσσονται, νέα στοιχεία έρχονται διαρκώς στο φως ανατρέποντας όσα (πιστεύαμε ότι) γνωρίζαμε ως τότε. Η δομή της ταινίας δεν διαφοροποιείται καθόλου από αυτή μιας οποιασδήποτε περιπέτειας του Poirot, και ο Columbus σκηνοθετεί διακριτικά, αφήνοντας το cast του να λάμψει. Οι Mirren (The Cook, the Thief, His Wife & Her Lover), Kingsley και Brosnan (GoldenEye) είναι αναμενόμενα απολαυστικοί και έχουν εξαιρετική χημεία μεταξύ τους, ενώ ευχάριστη έκπληξη αποτελεί και η Imrie, την οποία δε γνώριζα πριν την ταινία, ονομαστικά τουλάχιστον, γιατί σίγουρα θα την έχω δει σε πολλές ταινίες αγνοώντας το. Σε υποστηρικτικό ρόλο, έχουμε τον πάντα στιβαρό Jonathan Pryce, ενώ η Naomi Ackie δεν είναι ιδιαίτερα ενοχλητική – δε λέγεται Sorry, Baby η ταινία, ευτυχώς. Τέλος, μόνο πανηγυρισμοί για την (κάθε) εμφάνιση του Richard Grant, έστω σε ολιγόλεπτο ρόλο.
Όλα τα παραπάνω δεν πρέπει να δώσουν την εντύπωση πως το The Thursday Murder Club είναι μια σπουδαία ταινία. Το σενάριο παίρνει υπερβολικά πολύ χρόνο μέχρι να δέσει τις επιμέρους υποθέσεις μεταξύ τους και σπαταλά μέρος της διάρκειας στο να μας δέσει με τους χαρακτήρες, την στιγμή που τους έχουμε ήδη συμπαθήσει – οι συνέπειες του να θέλεις να σετάρεις franchise πριν καλά – καλά διαπιστώσεις την απήχηση της πρώτης ταινίας. Όλο το φιλμ δεν έχει τη φιλοδοξία να είναι κάτι φρέσκο που δεν έχουμε ξαναδεί, κι αυτό, ενώ το βοηθά να ικανοποιήσει τους λάτρεις του κλασικού whodunnit, ταυτόχρονα του στερεί το χαρακτηρισμό του βαρυσήμαντου έργου.
Από την άλλη, δε θέλαμε να δούμε κάτι τέτοιο – βαρυσήμαντο – από τη συγκεκριμένη ταινία. Άλλωστε, δεκάδες ταινίες που πλασάρονται ως τέτοιες καταλήγουν πιο ανιαρές από το The Thursday Murder Club. Χάρη στις ικανότητες του Chris Columbus και στο θεσπέσιο επιτελείο ηθοποιών, το νέο φιλμ του Netflix είναι μια παραπάνω από καλοδεχούμενη προσθήκη στον μακρύ κατάλογο με τα αξιόλογα whodunnits της οθόνης. Είναι κρίμα, μόνο, που η ταινία κυκλοφόρησε απευθείας στην πλατφόρμα και όχι στις αίθουσες. Έτσι δε θα χτιστεί φήμη, δε θα αγαπηθεί το έργο από το κοινό στο βαθμό που θα το κατάφερνε στις αίθουσες, και αυτό θα βλάψει και τις προοπτικές για franchise. Μακάρι να διαψευστούμε, γιατί το πρώτο δείγμα είναι ενθαρρυντικό και ευχαρίστως θα βλέπαμε κι άλλες περιπέτειες της αξιολάτρευτης τετράδας.


















