Οι γονείς άραγε εκλαμβάνουν την ενηλικίωσή μας και εμείς την απουσία τους από τη μετέπειτα ζωή μας, ως εγκατάλειψη ή ως ανακούφιση; Ο Jim Jarmusch (Ghost Dog: The Way of the Samurai, Paterson, Only Lovers Left Alive) επιστρέφει πίσω από τον φακό και κατασκευάζει ένα τρίπτυχο οικογενειακών σχέσεων ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους και διαφορετικούς τόπους, επιλέγοντας κάθε φορά και μία προσπάθεια, άκαρπη ή επιτυχή, επικοινωνίας με εκείνους που δε μένουν πια μαζί τους.
Στο Father Mother Sister Brother, φιλμ που βραβεύτηκε το 2025 με τον Χρυσό Λέοντα του Φεστιβάλ Βενετίας, εντάσσονται τρεις διαφορετικές ιστορίες, πάντως με την ίδια αίσθηση απροθυμίας ή διστακτικότητας για συνύπαρξη. Με τους γονείς μας ή με τα άδεια σπίτια τους. Ένας χήρος πατέρας που δεν λέει την αλήθεια στα δύο παιδιά του, όχι απαραίτητα γιατί έχει κάτι να κρύψει, αλλά γιατί συναντά αδιαφορία και προσποιητό νοιάξιμο. Μία μητέρα, πετυχημένη συγγραφέας, που συναντά τις κόρες της μόνο μία φορά τον χρόνο, συναντήσεις δίχως νόημα, που καταντούν μία ακόμα κοινωνική υποχρέωση. Δύο αδέρφια που αγαπιούνται, αντιμέτωπα με την απώλεια, μα και την ευκαιρία να επανασυνδεθούν.
Το καθιερωμένο κινηματογραφικό ύφος του σινεμά του Jarmusch υπάρχει εδώ μεν, αλλά ξεθωριασμένο, μπορεί να το διακρίνει κανείς στην επαναληψιμότητα και την παρατεταμένη σιωπή των διαλόγων, στην ηρεμία των κάδρων, στην στατικότητα των πλάνων, ιδίως στα σημεία που καταναλώνεται από τους ήρωες καφές ή τσάι, μία κίνηση που αποτελεί για τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη μία ιεροτελεστία βαθιά προσωπική και συνηθίζει να κάνει λήψεις από ψηλά, όπως στο, ξανά σπονδυλωτό, έργο του Coffee and Cigarettes. Αντίθετα με προηγούμενες δημιουργίες του, όπου η μουσική καθόριζε την πορεία μίας ιστορίας ούτως ή άλλως ανατρεπτικής, αν και πάντοτε εσωτερικής και υπόκωφης, εδώ παρατηρούμε μία ήρεμη απόσταση, μία έμφαση στην επικοινωνία και την έλλειψη αυτής, χωρίς κάποια πλοκή, χωρίς οι συζητήσεις να έχουν σημασία.
Πάντως, ενώ φαινομενικά μοιάζουν ρηχές, οι σπονδυλωτές ιστορίες έχουν κοινούς άξονες και συμβολισμούς που τις ενώνουν, κάποιοι από τους οποίους ενδεχομένως να γίνονται κατανοητοί κυρίως από τον σκηνοθέτη, όπως, για παράδειγμα, η ομοιότητα στα χρώματα των ρούχων, τα ακατανόητα ανέκδοτα ή η έκταση των διαλόγων γύρω από εντελώς ασήμαντα θέματα. Αν προσηλωθούμε στην επιφάνεια, θα απογοητευτούμε. Όμως, αν κοιτάξουμε πέρα από αυτήν, θα κατανοήσουμε ότι το σενάριο επιθυμεί να υπονοήσει τις αντιφάσεις της ενηλικίωσης. Από τη μία, είναι δύσκολο να αποσυνδεθούμε από τις οικογενειακές ρίζες, αισθανόμαστε ενοχή όταν δεν βλεπόμαστε, γι’ αυτό και η ανάγκη για ομοιότητα στα ρούχα, για να καθησυχάσουμε τους εαυτούς μας ότι, να, ταιριάζουμε έστω κάπου. Από την άλλη, καταφεύγουμε στην ευκολία των ασήμαντων θεμάτων, αφού οι ζωές μας δεν πρόκειται να εναρμονιστούν ξανά, ούτε και θέλουμε άλλωστε, επομένως η ασημαντότητα προστατεύει την εσκεμμένη απόσταση μεταξύ μας, που μας πήρε χρόνια να χτίσουμε.
Με δυναμική έναρξη και επίλογο (τα μόνα σημεία που τραγούδια κάνουν αισθητή την παρουσία τους), απαλά χρώματα και λιτές ερμηνείες, καθώς δεν υπήρχε χώρος, παρόλα αυτά γενναιόδωρες και γεμάτες ιδιότροπο χιούμορ, ιδίως από τον Tom Waits στον ρόλο του υποκριτή πατέρα, τον Adam Driver στον ρόλο του νευρικού και άβολου γιου και την Cate Blanchett στον ρόλο της ανασφαλούς και απεγνωσμένης να κερδίσει λίγη εύνοια από τη μητέρα της κόρη, ο σκηνοθέτης συνθέτει ένα εύστοχο έργο για την οικογένεια όταν παύει να λειτουργεί ως τέτοια. Ωστόσο, με αρκετά περιθώρια εμπλουτισμού των χαρακτήρων.
Η πιο ολοκληρωμένη και Jarmusch-ική στον ρυθμό ιστορία του Father Mother Sister Brother είναι μάλλον η τρίτη, γεμάτη αισιοδοξία και ενεργητικότητα μες στο πένθος των δίδυμων αδερφών. Η μοναδική αφήγηση που παραδέχεται ότι δεν είναι κάθε οικογενειακή σχέση καταδικασμένη. Αν υπάρχει αγάπη, ανεξάρτητα από το τυχαίο γεγονός ότι δύο άνθρωποι γεννήθηκαν από τους ίδιους γονείς, τότε κάθε συζήτηση θα αποκτά νόημα και καμία σιωπή δεν θα είναι άβολη.


















