Λίγους μόλις μήνες μετά την πρεμιέρα της τελευταίας μεγάλου μήκους ταινίας του, Asteroid City, της οποίας η πλοκή έμοιαζε θολή, αμφιλεγόμενη, ο καλαίσθητος σε σημείο ψυχαναγκασμού Wes Anderson μας επιφύλασσε μία ακόμα έκπληξη. Ή μάλλον, τέσσερις. Πρόκειται για τις μικρού μήκους δημιουργίες του που μπορεί κανείς να δει στο Netflix, με ονομασίες: The Wonderful Story of Henry Sugar, The Swan, The Rat Catcher και Poison.
Αποκαλύπτοντας για μία ακόμη φορά την αδυναμία του προς τον συγγραφέα Roald Dahl, καθώς και το πώς εκλαμβάνει η πολύχρωμη, με ίχνη παιδικότητας, φαντασία του τις τρυφερά κι ευαίσθητα σουρεαλιστικές ιστορίες του Βρετανού παραμυθά, επιλέγει τέσσερα διηγήματα και τα τοποθετεί στον δικό του συμμετρικό κόσμο με τις απαλές παλέτες. Κάπως έτσι τα παραμύθια έρχονται στη ζωή.
Ακολουθώντας τα ήδη δοκιμασμένα από εκείνον μονοπάτια των φιλμ μικρού μήκους (Hotel Chevalier), αλλά και των κινηματογραφικών μεταφορών βιβλίων του ίδιου συγγραφέα (το φιλμ κινουμένων σχεδίων, Fantastic Mr. Fox), ο Anderson φροντίζει ώστε η εκάστοτε ιστορία να παρουσιάζει με σχετική σαφήνεια (όση τουλάχιστον επιτρέπει η αχαλίνωτη δημιουργικότητα του Dahl) αρχή, μέση και τέλος. Όλες τους αφορούν εντελώς αξιοσημείωτα και ιδιαίτερα περιστατικά που συνέβησαν στις ζωές των χαρακτήρων τους, τα οποία μπορεί να κράτησαν από μία ώρα έως μια ολόκληρη ζωή, και παρατίθενται με την παραμικρή λεπτομέρεια. Κάθε φινάλε εμπεριέχει και το δικό του ηθικό δίδαγμα.
Ο σκηνοθέτης επιλέγει να τοποθετεί, πλάι στην εξέλιξη της κάθε ιστορίας, και έναν παντογνώστη αφηγητή, που εξιστορεί με φαινομενικά αποστασιοποιημένη, μα συναισθηματικά φορτισμένη φωνή τις περιπέτειες των ηρώων. Στο The Wonderful Story of Henry Sugar που είναι και αρκετά μακρύτερης διάρκειας από τα υπόλοιπα, παρακολουθούμε την προσπάθεια ενός εκατομμυριούχου να πλουτίσει ακόμα περισσότερο, κάνοντας απάτες σε καζίνο με μία μέθοδο που έμαθε από το σημειωματάριο ενός γιόγκι, η οποία διδάσκει στον ανθρώπινο νου να τιθασεύει τις σκέψεις του σε βαθμό που να μπορεί να βλέπει, ακόμα και με σφραγισμένα μάτια. Ο Anderson επιλέγει να παρουσιάσει εξαντλητικά κάθε στιγμή από την πορεία του κεντρικού χαρακτήρα, Henry, ώστε να τελειοποιήσει το κόλπο του. Την παρακολουθούμε μέσα από τα λόγια του αφηγητή, ο οποίος εναλλάσσει τα τοπία, καταφεύγει σε ιστορικές αναδρομές, τοποθετεί ιστορίες μέσα σε ιστορίες. Στην αρχή, το κίνητρο είναι η απληστία. Σύντομα ωστόσο, ο Henry κατανοεί πως μπορεί να διαθέσει τον τόσο εύκολα συσσωρευμένο πλούτο του για έναν σκοπό με νόημα, κι έτσι ανακαλύπτει την έννοια της φιλανθρωπίας. Κατ’ ουσία, είναι η ιστορία του πώς ένας άνθρωπος ξεκινά από τον εγωισμό και καταλήγει στην ανιδιοτέλεια.

Στο The Swan αγωνιούμε για την προσπάθεια ενός ευαίσθητου παιδιού που αγαπά τα πουλιά να επιβιώσει από τους εκφοβισμούς δύο κυνηγών Αν και ο Anderson εξιστορεί αναλυτικά όλες τις βάναυσες πράξεις που υπομένει ο μικρός πρωταγωνιστής του, προκαλώντας συναισθήματα δυσφορίες και θλίψης για τον πόνο που βιώνει το παιδί, η έντονη ποιητική γλώσσα και εικόνα – πολλά κάδρα μοιάζουν με έργα τέχνης: η απεικόνιση του γαλήνιου κύκνου καταμεσής στη λίμνη, το παιδί με τα λευκά φτερά που σκαρφαλώνει μες στις φυλλωσιές των δέντρων-, εξυμνεί την έννοια της καλοσύνης, η οποία πάντα θα βρίσκει τον δρόμο για το φως. Ακόμα κι αν το μίσος στέκεται κοντά της σε απόσταση αναπνοής, εκείνη θα διαφεύγει, έστω ματωμένη. Στο σινεμά του Wes, ακόμα και απέναντι σε τραγικά συμβάντα, εξακολουθούμε να αισθανόμαστε ελπίδα πως όλα θα πάνε καλά. Όσο υπάρχουν ήρεμα χρώματα στη γη, όσο υπάρχουν πλάσματα που αγαπούν, όλα θα πάνε καλά.

Στο The Rat Catcher εξιστορείται μία ημέρα από τη ζωή ενός αλλοπρόσαλλου εξολοθρευτή τρωκτικών. Η αφήγηση εδώ παρουσιάζει χιουμοριστικά στοιχεία, ιδίως όταν περιγράφει τις φονικές μεθόδους του εξολοθρευτή. Ο άνθρωπος αυτός έχει απωθητική μορφή: περπατά σκυφτός, μονίμως συνοφρυωμένος, ενώ μοιάζει με αρουραίο ο ίδιος, με γαμψά νύχια και κοφτερά δόντια: όπως δηλώνει σε εκείνους που τον προσέλαβαν, ένας εκ των οποίων αφηγείται, «για να σκοτώσεις το θύμα σου πρέπει να μπεις στη θέση του». Για να αποδείξει την ικανότητά του να σκοτώνει, προβαίνει σε πράξεις φρίκης, τρομοκρατώντας αυτούς που τον παρακολουθούν. Ωστόσο, η συμπεριφορά του περιγράφεται από τον αφηγητή με ύφος κωμικό, απλώς σαν μία παράξενη ιστορία που τον απομάκρυνε για λίγο από τη ρουτίνα της καθημερινότητας.

Τέλος, το Poison αφορά τη στρεσογόνα διαδικασία διάσωσης ενός Άγγλου που κινδυνεύει από δάγκωμα φιδιού στην Ινδία. Η εν λόγω ιστορία παρουσιάζει στοιχεία θρίλερ, διαρκούς αγωνίας για το αν ο πρωταγωνιστής θα καταφέρει να διαφύγει τον κίνδυνο. Η αγωνία επιτείνεται, εφόσον το φίδι που τον απειλεί δε φαίνεται ποτέ, παραμένοντας ανυπόφορα αόρατη απειλή. Τα κοντινά πλάνα στα ιδρωμένα πρόσωπα των χαρακτήρων, δηλαδή στον Άγγλο, τον γιατρό και τον αφηγητή που για μία φορά ακόμα συμμετέχει στην ιστορία, οι γρήγορες εναλλαγές των σκηνών, οι κοφτοί και απότομοι διάλογοι προξενούν άγχος, φόβο για την πιθανή έκβαση της περιπετειώδους νύχτας.

Η γεωμετρική σκηνοθετική ματιά του Anderson, η αδιαμφισβήτητη πρωτοτυπία της εκάστοτε πλοκής και ο άκρως παραστατικός τρόπος που απλώνονται οι ιστορίες στον χώρο, με κάποιον να τις διηγείται συμβαδίζοντας με την ταχύτητά τους, διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον και την περιέργεια του θεατή. Η θεατρικότητα και οι αφηγηματικές τεχνικές αποτελούν στοιχεία απόλυτα ευθυγραμμισμένα με το σύμπαν του Wes, που μοιάζει δομημένο από παιδικά όνειρα και κατασκευές από χαρτόνι.
Η αισθητικά άρτια τοποθέτηση των σκηνικών και των χρωμάτων μετατρέπει κάθε σκηνή σε πίνακα ζωγραφικής (εξάλλου, αυτό ακριβώς αναμένει κανείς από τον εν λόγω σκηνοθέτη), προξενώντας αισθήματα ζεστασιάς και χαράς για τις δημιουργίες του και η κινηματογράφηση προσφέρει βάθος στις εικόνες και εμπεριέχει όσο το δυνατόν περισσότερες αξιοσημείωτες λεπτομέρειες-όπως για παράδειγμα το δωμάτιο του Dahl, απεικονίζεται γεμάτο με σημειώσεις, αποκόμματα εφημερίδας, ζωγραφιές στους τοίχους.
Ίδιοι ηθοποιοί εμφανίζονται και στις τέσσερις ταινίες, επιτείνοντας τα στοιχεία θεατρικής παράστασης και αμεσότητας. Τον Roald Dahl, που απεικονίζεται σαν ευδιάθετος κύριος με άνετες πιτζάμες, που κάθεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα του ευχάριστα ακατάστατου δωματίου του και σκαρφίζεται φωναχτά τις ιστορίες του, ενσαρκώνει ο Ralph Fiennes, ενώ για τους ρόλους των λοιπών ηρώων έχουν επιλεγεί οι Benedict Cumberbatch (The Power of the Dog), Richard Ayoade, Dev Patel (The Green Knight), Rupert Friend και Ben Kingsley. Όλοι τους υιοθετούν το άβολο, με στοιχεία νευρικότητας, ύφος που ταιριάζει στην αφήγηση των τεσσάρων ιστοριών. Ωστόσο, είναι εντυπωσιακές οι διαφοροποιήσεις ορισμένων από αυτούς ως προς τις εκφράσεις και την τεχνική, αναδεικνύοντας το εύρος της υποκριτικής τους ικανότητας. Για παράδειγμα, ο Cumberbatch εμφανίζεται τόσο ως συγκροτημένος, ψύχραιμος και ορθολογιστής Henry Sugar, που έχει απόλυτη συνείδηση της κάθε του ενέργειας, όσο και σε έναν ρόλο εκ διαμέτρου αντίθετο, εκείνον του ανθρώπου που τρέμει από τον φόβο του επειδή ένα δηλητηριώδες φίδι μπορεί να τον δαγκώσει ανά πάσα στιγμή, στέκει ακίνητος και παίζει μόνο με τα μάτια και τις νευρικές συσπάσεις του προσώπου, όντας πλήρως αδύναμος να ελέγξει τι θα συμβεί το επόμενο λεπτό, που μπορεί να αποβεί μοιραίο. Αλλά και ο Fiennes, εμφανίζεται πέραν του ρόλου του ως Dahl και σαν εξολοθρευτής τρωκτικών, οπότε και μεταμορφώνεται, με τη βοήθεια και του μέικ απ, σε ένα ον υποχθόνιο, που μοιάζει περισσότερο με αρουραίο παρά με άνθρωπο. Πάντως, όλοι τους μοιάζουν να δέθηκαν με αυτές τις γλυκές, με τον δικό τους τρόπο, ιστορίες, όπως και ο Wes Anderson δέθηκε και δραματοποίησε, πραγματοποιώντας ένα όνειρο χρόνων, την παραμυθένια ευρηματικότητα του Dahl.
Σαν καταληκτική σκέψη, οι μικρές ιστορίες του Wes Anderson δεν είναι ξεχωριστές μόνο χάριν του καθιερωμένα ιδιόμορφου στυλ του σκηνοθέτη ή της πρωτοτυπίας του σεναρίου. Υπάρχει κάτι βαθύτερο, κάτι που τους προσδίδει μία ιδιαίτερη μαγεία. Ίσως είναι η αθώα επιθυμία ενός καλλιτέχνη να διαφυλάξει με περίσσεια φροντίδα το έργο που άφησε πίσω του ένας άλλος καλλιτέχνης, για να μην ξεχαστεί σε κάποιο σκονισμένο ράφι, μα να του δοθεί η ευκαιρία να αγαπηθεί από την αρχή.


















