Η νύχτα έχει σκεπάσει την Νέα Υόρκη. Το φεγγάρι μοιάζει αρκετά μελαγχολικό, πράγμα ειρωνικό για τον στιχουργό Lorenz Hart, αφού του υπενθυμίζει τον τίτλο ενός από τα λιγότερο αγαπημένα τραγούδια που έγραψε, του Blue Moon. Κι όμως, απόψε, σαν να αποδέχεται ότι η μελαγχολία του φεγγαριού πηγάζει από μία μελαγχολία παντοτινά δική του.
Ο Richard Linklater, ο τρυφερός δημιουργός των Before Sunrise και Boyhood, σκηνοθετεί τη βιογραφία, ή, μάλλον, μία μακροσκελή νύχτα από τη βιογραφία του φημισμένου και ταλαντούχου συνθέτη Lorenz Hart, ο οποίος, τις δεκαετίες του 1920 και 1930, σε συνεργασία με τον εξίσου γνωστό μουσικό συνθέτη Richard Rodgers, διέπρεπε στην αμερικανική μουσική σκηνή. Ωστόσο, ο Linklater δεν ενδιαφέρεται να χτίσει έναν μύθο γύρω από εκείνον. Στο Blue Moon, που έκανε πρεμιέρα στη φετινή Berlinale, τον απασχολεί να αποτυπώσει την ποιητική ψυχή του, σε μία περίοδο που ο Rodgers έσπασε το σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα ντουέτο τους στα δύο και συνέθεσε το άκρως επιτυχημένο μιούζικαλ Oklahoma! με κάποιον στιχουργό που δεν ήταν εκείνος.
Τη νύχτα που το Oklahoma! έκανε πρεμιέρα, ο Ηart δεν άντεξε να καθίσει στο θέατρο ως το τέλος. Αποσύρθηκε, κρύβοντας επιμελώς την ταραχή του, στη μεθυσμένη ασφάλεια του αγαπημένου του μπαρ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι συντελεστές του μιούζικαλ θα γιόρταζαν αργότερα στο ίδιο αυτό μπαρ την επιτυχία τους. Εκεί, μιλάει, μιλάει ακατάπαυστα, ξεδιπλώνει την ψυχή του στον μπάρμαν και τους λοιπούς συνδαιτυμόνες, παραθέτει αυτολεξεί κομμάτια από την Casablanca, εξομολογείται τον μονόπλευρο έρωτά του για ένα κορίτσι πολύ νεότερό του, θρηνεί την ποίηση που δεν έγραψε και εκείνη που έγραψε, αναπολεί τη χαμένη του φιλία με τον Rodgers, αναζωπυρώνει το πάθος του για το αλκοόλ. Κυρίως, προσπαθεί να κρύψει την πικρία του για όλη αυτή την ευτυχία που, όσο κι αν προσπαθούσε τώρα πια, δεν θα μπορούσε να τη φτάσει.
Με την πλοκή να εκτυλίσσεται σχεδόν αποκλειστικά στον εσωτερικό χώρο του μπαρ, η έμφαση δίνεται αναγκαστικά στο πλούσιο σε ποιητικότητα και έξυπνο χιούμορ σενάριο, θυμίζοντας έντονα θεατρικό έργο. Το σενάριο, δια χειρός του ευρηματικού Robert Kaplow, παρασύρει τον θεατή στις εικόνες που δημιουργεί με τις ζωηρές περιγραφές. Πράγματι, ακόμα και αν βλέπουμε αποκλειστικά τους χώρους του μπαρ με τα ζεστά χρώματα και τα υπνωτιστικά φώτα, οι διαδοχικοί μονόλογοι του Hart (καθώς η ένταση του συναισθήματός του δεν αφήνει συχνά χώρο για να αναπτυχθεί διάλογος) ζωντανεύουν μπροστά μας σκηνικά και στιγμές του παρελθόντος, σαν να ήμασταν κι εμείς κάπου κοντά. Ο ασυγκράτητος ερωτισμός του όταν μιλά για τη νεαρή Elizabeth, η αλόγιστη φλυαρία του όταν θέλει να αποφύγει τη λύπη που τον έχει κυριεύσει, δομούν εύστοχα την ταραχή του, που σιγοβράζει. Πάντως, ορισμένα σημεία επαναλαμβάνονται με περιττή συχνότητα, κάτι που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Αναφορικά με τις ερμηνείες, σχεδόν όλες περιορίζονται σημαντικά από τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ακόμα και ο Richard Rodgers (Andrew Scott) παρουσιάζεται επιφανειακά, αποκλειστικά μέσα από τα μάτια του Hart, αν και θα είχε ενδιαφέρον να τον γνωρίζαμε περισσότερο. Ο Ethan Hawke (The Good Lord Bird) μεταμορφώνεται αβίαστα στον χαμηλού αναστήματος και χειμαρρώδους λόγου Lorenz Hart. Οι εκφράσεις του προσώπου του, οι μορφασμοί απαξίωσης, η συνολική παραίτηση που εκπέμπει το σώμα του, ο θαυμασμός που τρέφει προς το πρόσωπο της Elizabeth (Margaret Qualley), κι ας μην τον βλέπει με τον ίδιο τρόπο, συνθέτουν μία φορτισμένη συναισθηματικά ερμηνεία. Αυτό που καταφέρνει καλύτερα είναι μάλλον το χαμόγελο- μορφασμός που υπονοεί ότι, όσο και αν πασχίζει να δείχνει ευδιάθετος, δεν μπορεί να κρύψει αρκετά το πνίξιμο που νιώθει.
Παρά τις όποιες επαναλήψεις, πάντως, συνολικά η θεατρικότητα της ταινίας κατορθώνει αυτό που μάλλον επιθυμούσε ο Linklater, με ένα συναίσθημα συμπόνιας προς έναν στιχουργό που επισκιάστηκε από τα ίδια τα τραγούδια του: να γνωρίσουμε σε βάθος τον περίπλοκο και κωμικοτραγικό χαρακτήρα του Lorenz Hart, όπως διαμορφώθηκε στο τέλος της ζωής του. Κυριευμένος δηλαδή από δαίμονες που ενίοτε τον διασκέδαζαν μα, κυρίως, του υπενθύμιζαν ότι οι ποιητές πορεύονται στον κόσμο με μία θλίψη που στο τέλος κανένας δεν αντέχει να μοιραστεί μαζί τους. Μία θλίψη που τους ανήκει εξ ολοκλήρου. Κι όμως, η ποίηση που αφήνουν πίσω τους είναι τόσο όμορφη.


















