06 - Σεπτεμβρίου - 2025
Highest 2 Lowest: Ο Spike Lee «ξαναδιαβάζει» τον Akira Kurosawa

Ο Spike Lee σκηνοθετεί τον Denzel Washington στο «Highest 2 Lowest», remake του εμβληματικού «High and Low».

Ο Denzel Washington στην ταινία του Spike Lee, «Highest 2 Lowest».

Ο David King (Denzel Washington) είναι διάσημος μουσικός παραγωγός, ο οποίος έχει αναδείξει πολλά ταλέντα στις δεκαετίες που δραστηριοποιείται στο χώρο. Ο οδηγός του, Paul (Jeffrey Wright) είναι έμπιστος φίλος του, ένας άνδρας με βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Ένα πρωί, ο David δέχεται τηλεφώνημα και στην άλλη άκρη της γραμμής ένας άγνωστος άνδρας του ζητά 17,5 εκατομμύρια δολάρια για να ελευθερώσει το γιο του, τον οποίο έχει απαγάγει. Το ίδιο βράδυ ο γιος του David θα επιστρέψει σώος στο σπίτι και το λάθος θα διαπιστωθεί: ο απαγωγέας μπερδεύτηκε και άρπαξε το γιο του Paul. Τώρα, όμως, απαιτεί τα ίδια χρήματα για να αφήσει το φτωχό παιδί ελεύθερο. Ο David έρχεται αντιμέτωπος με πρωτοφανές ηθικό δίλημμα.

Το High and Low (1963) του Akira Kurosawa ανήκει στις κορυφές της φιλμογραφίας ενός κεφαλαιώδους δημιουργού, αλλά και στις μείζονες στιγμές της Έβδομης Τέχνης συλλήβδην. Σκηνοθετικό αριστούργημα, masterclass ρυθμού, mise-en-scene, κίνησης της μηχανής, διεύθυνσης ηθοποιών, κινησιολογίας, είναι ένα αστυνομικό θρίλερ που κόβει την ανάσα επί 150 λεπτά περίπου, ενώ ταυτόχρονα σχολιάζει τις κοινωνικές ανισότητες στην Ιαπωνία του μεταπολέμου, τον δυτικοφερμένο καπιταλισμό, την εξάπλωση των πολυεθνικών και την αλλοτρίωση των παραδόσεων. Εμπνευσμένη από ένα αμερικανικό pulp μυθιστόρημα του Ed McBain, η ταινία του Kurosawa με τη σειρά της αποτέλεσε το αρχέτυπο πάνω στο οποίο πάτησαν αρκετά νέο-νουάρ στα επόμενα χρόνια, ενώ πρόπερσι είδαμε την ανιαρή σειρά Full Circle που σκηνοθέτησε ο Steven Soderbergh βασισμένος στο ίδιο βιβλίο.

Ο Denzel Washington στην ταινία του Spike Lee, «Highest 2 Lowest».

Φέτος, είναι η σειρά του Spike Lee να δώσει τη δική του εκδοχή της ιστορίας. Άνισος σκηνοθέτης, με μερικά αριστουργήματα (Do the Right Thing, 25th Hour), κάποιες καλές ταινίες (Jungle Fever, Malcolm X) και αρκετές αστοχίες στο ενεργητικό του, ο Αφροαμερικανός δημιουργός τα τελευταία χρόνια δείχνει σημάδια ανάκαμψης ύστερα από ένα σερί φρικαλεοτήτων, πρώτα με το BlacKkKlansman (2018), το οποίο πριν τον ενοχλητικό διδακτισμό του τελευταίου 5λεπτου είναι μια έξοχη ταινία, κι ύστερα με το άνισο αλλά ενδιαφέρον Da 5 Bloods (2020). Πέντε χρόνια μετά το τελευταίο, επιστρέφει με το Highest 2 Lowest, πιθανώς την καλύτερη ταινία του από την εποχή του Inside Man (2006), γιατί όχι και του 25th Hour (2002).

Η πλοκή της ταινίας μεταφέρεται στη σύγχρονη Νέα Υόρκη, στρέφει το βλέμμα στην αφροαμερικανική κοινότητα, διατηρεί όμως μέχρι κεραίας την αφηγηματική δομή του πρωτότυπου φιλμ. Η προσαρμογή του Lee στη νεοϋορκέζικη πραγματικότητα και η σύνδεσή του με την αφροαμερικανική εμπειρία είναι ενδιαφέρουσα. Ο χαρακτήρας του (απολαυστικού) Denzel Washington αντιπροσωπεύει τη μερίδα του μαύρου πληθυσμού που ακολούθησε τις διδαχές του Martin Luther King – εξ ου και το επίθετο του χαρακτήρα – και κατάφερε να ενταχθεί στο σύστημα ομαλά, εξακολουθώντας βέβαια να ζει υπό τη σκιά του λευκού – οι ανώτεροι αστυνομικοί στην ταινία είναι όλοι λευκοί και εκπροσωπούν την εξουσία. Από την άλλη, ο χαρακτήρας του (ήρεμα στιβαρού) Jeffrey Wright (The Batman, American Fiction)  είναι «μαθητής» του Malcolm X, γι’ αυτό και παραμένει περισσότερο περιθωριοποιημένος – το γεγονός ότι είναι Μουσουλμάνος παραπέμπει ξεκάθαρα στον Malcolm X.

Πάνω στο δίπολο αυτό δομείται η ταινία και ο προβληματισμός της. Το πρώτο μέρος, περισσότερο διαλογικό (και το σενάριο κάνει καλή δουλειά στο γράψιμο των διαλόγων), αναδεικνύει την ανισότητα Kurosawa και Lee και μας προσγειώνει ανώμαλα στην πραγματικότητα ότι, όσο καλή κι αν είναι ενδεχομένως η ταινία που θα παρακολουθήσουμε, τις συγκρίσεις με το πρωτότυπο μπορούμε να τις ξεχάσουμε. Ο Lee έχει μερικές εκνευριστικά στατικές σκηνές διαλόγου που θυμίζουν τηλεόραση και τις οποίες ο Kurosawa δε θα κρατούσε ποτέ στην ταινία του. Η επιλογή ίδιου format οθόνης με το πρωτότυπο μπορεί να καθιστά την όψη της ταινίας του Lee πιο κινηματογραφική, πρόκειται όμως περισσότερο για μια στιλιστική επίδειξη, παρά για αισθητική επιλογή με περιεχόμενο, αφού ο Lee δε φροντίζει να γεμίσει το κάδρο του με εσωτερικό μοντάζ και διαρκή κίνηση, όπως έκανε σε κάθε σκηνή ο Kurosawa.

Ο Jeffrey Wright στην ταινία του Spike Lee, «Highest 2 Lowest».

Από την στιγμή, όμως, που η δράση μεταφέρεται έξω στους δρόμους της Νέας Υόρκης, ο Spike Lee μας υπενθυμίζει πόσο καλός σκηνοθέτης μπορεί να γίνει όταν το επιθυμεί. Η εναλλαγή ψηφιακού με 35άρι φιλμ στην πρώτη σκηνή δράσης της ταινίας είναι ένα ωραίο εύρημα που σχολιάζει διακριτικά την αλλαγή των καιρών στον ίδιο τον τρόπο κατασκευής ταινιών. Ο ρυθμός επιταχύνεται, το μοντάζ είναι υποδειγματικό, η Νέα Υόρκη ζωντανεύει ξανά στην οθόνη του Lee με τρόπο φαντασμαγορικό. Το σινεμά είχε καιρό να μας θυμίσει πως η Πόλη που δεν κοιμάται ποτέ είναι, αν όχι η ωραιότερη πόλη του κόσμου, σίγουρα η πιο κινηματογραφική.

Το φινάλε της ταινίας κλείνει ωραία το arc του κεντρικού χαρακτήρα, ο οποίος ξαναβρίσκει την όρεξή του για δημιουργία μουσικής και ανακάλυψη νέων ταλέντων, κάτι που έχει απωλέσει όταν ξεκινά το φιλμ. Αν και, τυπικά για τον Lee, ο επίλογος τραβά περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, είναι ένα αρμόζον κλείσιμο που δεν αφήνει καμία σεναριακή τρύπα ανοιχτή.

Το Highest 2 Lowest ήταν εξαρχής ένα σχέδιο που αντιμετωπίσαμε με καχυποψία. Το remake ενός κλασικού, αγέραστου αριστουργήματος και μάλιστα από τον ίδιο άνθρωπο που μας είχε δώσει το επονείδιστο remake του Oldboy (2013) φάνταζε ως μια ταινία που δε θέλαμε απαραίτητα να δούμε. Όμως, ο Spike Lee κατάφερε να φτιάξει μια αξιόλογη ταινία, που εκσυγχρονίζει αποτελεσματικά το πρωτότυπο, μεταφράζει τον προβληματισμό του σύμφωνα με τις εμπειρίες του δημιουργού και επανασυστήνει την ιστορία σε ένα νεότερο κοινό. Με μια πιο καλοκουρδισμένη, κλασικότροπη σκηνοθεσία, το φιλμ θα μπορούσε ίσως να μη συντριβεί σε ενδεχόμενη σύγκριση με την ταινία του Kurosawa. Τέτοια δε χωράει εδώ, όμως η δημιουργία του Spike Lee διαθέτει πολλές ανταμοιβές, μία από τις οποίες είναι κι ένα απολαυστικό soundtrack.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *