Πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησε η προηγούμενη ταινία, το σενάριο του Alex Garland, το οποίο αυτή τη φορά σκηνοθετεί η Nia DaCosta, ακολουθεί δύο παράλληλες αφηγηματικές πορείες. Από τη μιά, εστιάζει στον Dr. Kelson (Ralph Fiennes) και την απροσδόκητη ανακάλυψή του σχετικά με τους «ζωντανούς-νεκρούς» κι απ’ την άλλη ακολουθεί τη συμμορία του θεότρελου Sir Lord Jimmy Crystal (Jack O’Connell), (απρόθυμο) μέλος της οποίας είναι πλέον και ο νεαρός Spike (Alfie Williams), ο μικρός πρωταγωνιστής της προηγούμενης ταινίας.
Και οι δύο υποπλοκές αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος, προσφέροντας δύο αντικρουόμενες απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: πώς διαβαίνεις έναν κόσμο όπου ο θάνατος βρίσκεται παντού και το νόημα είναι απόν; Με αλλοπαρμένα παραμύθια που δικαιολογούν πράξεις σαδιστικής βαναυσότητας, απαντάει ο ανατριχιαστικός Jack O’ Connell στο ρόλο του παράφρονα ηγέτη της σατανικής συμμορίας. Μαζί με τα ολιγομέλη μέλη της σέχτας του, Δάχτυλα (Finger) τα ονομάζει, μοιράζει απλόχερα την παραμορφωμένη ελεημοσύνη του στους δυστυχείς που θα βρεθούν στο διάβα του, βουτώντας κάθε φορά όλο και πιο βαθιά στον βούρκο της ανθρώπινης φρικαλεότητας. Με τρυφερότητα και ενσυναίσθηση, απαντάει ο μοναχικός και ορθολογιστής Dr. Kelson που έχει αφιερώσει το υπόλοιπο της ύπαρξής του στη διατήρηση της μνήμης του θανάτου, αλλά και στην κατανόηση του ιού των ζόμπι με ελπίδα τη γιατρειά του. Διότι, πώς αλλιώς να «πολεμήσεις» κάτι, αν δεν έχεις προσπαθήσει πρώτα να το κατανοήσεις;
Αν η προηγούμενη ταινία αποτελούσε ένα ταξίδι αποδοχής του θανάτου ως μια επίπονη, αλλά αναπόφευκτη στάση στον κύκλο της ζωής, το The Bone Temple τα βάζει με τις δυνάμεις που εναντιώνονται στις -έστω και ατελείς- κατακτήσεις του δυτικού πολιτισμού. Ο Garland προσεγγίζει τον ιό της οργής (rage virus) ως μια αλληγορία για τον «ιό» του Φασισμού που απειλεί να γκρεμίσει τις αξίες που θεμελίωσαν τον μεταπολεμικό κόσμο του 20ου αιώνα, αυτόν που αναπολεί κάποια στιγμή ως θολή ανάμνηση ο χαρακτήρας του Dr. Kelson. Φυσικά, ο Φασισμός ποτέ δεν αναφέρεται με το όνομά του, αλλά οι τακτικές του είναι εκεί∙ στη βία, στους θεατρινισμούς της υποτιθέμενης επικοινωνίας με υπερβατικές φωνές, ακόμα και στην ενδυμασία, μόνο που εδώ οι «πιστοί» δεν φοράνε μαύρα, αλλά καγκούρικες αθλητικές φόρμες και γελοίες, ξανθές περούκες. Η γιατρειά που προτείνει ο Garland είναι ο ανθρωπισμός, όπως ακριβώς συνέβη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό υπάρχει και μια τραγική διάσταση στην απεικόνιση του Jimmy Crystal. Παρ’ ότι συμβολίζει τις χειρότερες, πιο τρομακτικές όψεις της ανθρωπότητας, η ταινία στρέφει το βλέμμα της σε εκείνον με μία λύπηση, τον αντιμετωπίζει ως ένα τραυματισμένο παιδί, ακόμα και αν έχει φτάσει σε σημείο που η λύτρωση είναι ανέφικτη.
Βέβαια, ο ρόλος του Crystal δεν θα λειτουργούσε το ίδιο καλά χωρίς τη συμβολή του υπέροχου Josh O’ Connor. Με ένα χαμόγελο που κόβει το αίμα, παραδίδει έναν πραγματικά φρικιαστικό ανταγωνιστή που είναι προορισμένος να βρει μια θέση ανάμεσα στους πιο εμβληματικούς ανταγωνιστές του είδους του τρόμου. Εξαιρετικός και ο Ralph Fiennes (καμία έκπληξη, προφανώς) σε έναν χαμηλών τόνων ρόλο που γίνεται διασκεδαστικότατος όταν εμφανίζεται μαστουρωμένος από την μορφίνη ή όταν ξεπερνάει τα όρια και βουτάει στην ερμηνευτική υπερβολή σε μια σχεδόν υπερβατική σκηνή ανθολογίας υπό τους ήχους των Iron Maiden.
Όσο για την DaCosta, μπορεί να μην σκηνοθετεί με τον ξέφρενο ρυθμό του Danny Boyle, ωστόσο διατηρεί την απαραίτητη οπτική συνέχεια ανάμεσα στις δύο ταινίες και παντρεύει αποτελεσματικά τις δύο όψεις της ταινίας της, γεφυρώνοντας με επιτυχία τις διαφορετικές υφές τους. Με μοναδική κακοφωνία μια μαστουρωμένη σεκάνς από την ιστορία του Fiennes που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από κάποια ρομαντική κομεντί και φλερτάρει με την παρωδία, η υπόλοιπη ταινία αποτελεί μια επιτυχημένη μείξη φρίκης, απροσδόκητης τρυφερότητας και μερικών δόσεων κωμωδίας, διαθέτοντας και τις απαραίτητες στοχαστικές παύσεις, όπως απαιτεί το σενάριο του Garland.
Κάπως έτσι, το The Bone Temple μετατρέπεται σε μια αναπάντεχα ενδιαφέρουσα συνέχεια μιας αναπάντεχα ενδιαφέρουσας ταινίας (28 Years Later), διαθέτει ένα απολαυστικό επιτελείο ηθοποιών που την σπρώχνουν ακόμα πιο ψηλά, ενώ προσφέρει και σκηνές που θα ικανοποιήσουν τη λαχτάρα για σκληρή εικονογραφία. Με άλλα λόγια, περιμένουμε τη συνέχεια πώς και πώς.


















